Σύγκριση γυμνασμένου & αγύμναστου

Το ανθρώπινο σώμα έχει φτιαχτεί για να χρησιμοποιείται. Ο,τι δεν χρησιμοποιείται, ή δεν χρησιμοποιείται σωστά, κάποια στιγμή αδυνατεί να ανταποκριθεί στο έργο για το οποίο φτιάχτηκε, φθείρεται, παρακμάζει και, αργά ή γρήγορα, πέφτει σε αχρηστία. Αυτό το φαινόμενο είναι χαρακτηριστικό στα άτομα που δεν γυμνάζονται, έχουν παραμελήσει τον εαυτό τους και έχουν αντικαταστήσει την κίνηση με την ακινησία. Συγκρίνοντας ένα γυμνασμένο άτομο, άντρα ή γυναίκα, με ένα αγύμναστο, θα παρατηρήσουμε σημαντικές διαφορές που, όλες μαζί, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η άσκηση, σε συνδυασμό με τη σωστή διατροφή, είναι τα μοναδικά όπλα που έχουμε στη διάθεσή μας για να βελτιώσουμε την ποιότητα και να επιμηκύνουμε το χρόνο της ζωής μας.

ΣΥΓΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Τα γυμνασμένα άτομα διαθέτουν καλύτερη εμφάνιση γιατί έχουν περισσότερο άπαχο ιστό (βάρος μυών, νερού κι εσωτερικών οργάνων) και λιγότερο λίπος από ό,τι τα αγύμναστα. Παρ’ όλο που η αναλογική κατανομή του σωματικού λίπους δεν φαίνεται να επηρεάζεται σημαντικά από την άσκηση, γιατί είναι κατά βάση γενετικό χαρακτηριστικό, τα γυμνασμένα άτομα, λόγω της μεγαλύτερης μυϊκής μάζας και του λιγότερου λίπους, είναι συνήθως πιο εύσχημα, οπτικά έχουν λιγότερες τοπικές συγκεντρώσεις λίπους και ο σωματότυπός τους διαφέρει από αυτόν των αγύμναστων. Συνήθως τα αγύμναστα άτομα ανήκουν στον ενδομορφικό («παχύ») ή εκτομορφικό («αδύνατο») τύπο σώματος, ενώ οι γυμνασμένοι στο μεσομορφικό («αθλητικός» τύπος σώματος).

Το σωματικό βάρος των γυμνασμένων τείνει περισσότερο προς το φυσιολογικό, ενώ ανάμεσα στους αγύμναστους συγκαταλέγονται οι περισσότεροι παχύσαρκοι. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που γυμνασμένα άτομα έχουν μεγαλύτερο βάρος από το «κανονικό», το ποσοστό λίπους τους είναι κοντά στα πλαίσια του φυσιολογικού (περίπου 15% για τους άντρες και 20 - 23% για τις γυναίκες).

Τα οστά των γυμνασμένων ατόμων έχουν μεγαλύτερη πυκνότητα, είναι πιο γερά και στερεά και κινδυνεύουν λιγότερο από οστεοπόρωση ή μεταθέτουν χρονικά την ηλικία εμφάνισής της. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις γυμνασμένες γυναίκες που, συνήθως, παρουσιάζουν οστεοπόρωση σε μεγαλύτερη ηλικία από ό,τι οι αγύμναστες.

Οι γυμνασμένοι προσλαμβάνουν περισσότερες θερμίδες από τις τροφές τους αλλά επειδή καίνε και περισσότερες λόγω των σωματικών τους δραστηριοτήτων και του μεγαλύτερου ποσοστού μυϊκού ιστού που έχουν, χρειάζονται συνολικά περισσότερες θερμίδες από αυτούς που δεν γυμνάζονται για να διατηρήσουν το σωματικό τους βάρος. Ο μέσος γυμνασμένος άντρας χρειάζεται περίπου 35 - 38 θερμίδες ανά κιλό βάρους (οι γυναίκες λίγο λιγότερο κι οι αθλητές περισσότερο), ενώ ο αγύμναστος, με χαμηλές σωματικές δραστηριότητες, λιγότερο από 30 - 32 θερμίδες ανά κιλό σωματικού βάρους. Για παράδειγμα, ένας αγύμναστος άντρας 80 κιλών χρειάζεται, για να διατηρήσει το βάρος του, περίπου 2.400 θερμίδες, ενώ ένας γυμνασμένος άντρας, του ιδίου βάρους, περίπου 3.100 θερμίδες.

Η τακτική και συστηματική γυμναστική έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της καρδιάς και το δυνάμωμα του καρδιακού μυός, την ελάττωση της καρδιακής συχνότητας, τη διοχέτευση μεγαλύτερης ποσότητας αίματος με κάθε παλμό, την οικονομικότερη λειτουργία της καρδιάς (η καρδιά του γυμνασμένου δουλεύει πιο ξεκούραστα) αλλά και τη μεγαλύτερη ικανότητα απόδοσης. Μια γυμνασμένη καρδιά, κτυπά με συχνότητα 50 - 60 σφυγμών ανά λεπτό, 80.000 φορές σε ένα 24άωρο και περίπου 29.200.000 φορές σε ένα χρόνο. Αντίθετα, η αγύμναστη καρδιά δουλεύει με συχνότητα 70 - 80 σφυγμών ανά λεπτό, 108.000 φορές σε ένα 24άωρο και, συνολικά, σε ένα χρόνο, κτυπά περίπου δέκα (10) εκατομμύρια φορές περισσότερο από μία γυμνασμένη.

Το χοληστερινικό προφίλ (ολική χοληστερίνη και λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας / HDL / «καλή χοληστερίνη») είναι πολύ καλύτερο στους γυμνασμένους άντρες αλλά δεν έχει μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις γυμνασμένες κι αγύμναστες γυναίκες ηλικίας κάτω των 40 ετών.

Η αρτηριακή πίεση του γυμνασμένου είναι καλύτερη από αυτή του αγύμναστου. Ο μέσος όρος των γυμνασμένων ατόμων, που προσέχουν τη διατροφή τους και δεν καπνίζουν, έχει διαστολική πίεση («μικρή») μικρότερη από 84 και συστολική πίεση («μεγάλη») μικρότερη από 140 mmHg. Η πλειονότητα των αγύμναστων ατόμων έχει τιμές αρτηριακής πίεσης που ξεπερνούν το ανώτερο φυσιολογικό όριο (πάνω από 90 για τη διαστολική και πάνω από 141 για τη συστολική πίεση).

Οι γυμνασμένοι έχουν καλύτερη αναπνευστική λειτουργία και μεγαλύτερη πρόσληψη οξυγόνου με λιγότερες αναπνοές. Κατά μέσο όρο ένας γυμνασμένος αναπνέει λιγότερο από 14 - 16 φορές το λεπτό, ενώ ένας αγύμναστος περισσότερο από 20.

Ορμονικά ο γυμνασμένος άντρας έχει μεγαλύτερη απελευθέρωση τεστοστερόνης, αδρεναλίνης κι αυξητικής ορμόνης και οι γυναίκες μεγαλύτερη έκκριση οξυτοκίνης. Γυμνασμένοι άντρες και γυναίκες έχουν καλύτερη λειτουργία του ορμονικού συστήματος, με αποτέλεσμα καλύτερη φυσική κατάσταση, σωματική εμφάνιση κι αποδοτικότερο έλεγχο του στρες.

Το ποσοστό ατόμων που πάσχει από εκφυλιστικά μεταβολικά νοσήματα, όπως ο διαβήτης, είναι υπερδεκαπλάσιο στους αγύμναστους από ό,τι στους γυμνασμένους. Η γυμναστική καθυστερεί τη βιολογική φθορά κι αποτελεί ισχυρό αντίδοτο στις διατροφικές υπερβολές.

Ο προσδοκώμενος χρόνος ζωής είναι κατά 5 - 10 χρόνια μεγαλύτερος στα άτομα που ασκούνται συστηματικά, έχουν φυσιολογικό βάρος και προσέχουν τη διατροφή τους. Αντίθετα, τα αγύμναστα, υπέρβαρα και με κακές διατροφικές συνήθειες άτομα, έχουν μικρότερο προσδοκώμενο χρόνο ζωής, παρουσιάζουν γρηγορότερο βιολογικό εκφυλισμό, γερνούν πιο γρήγορα, αρρωσταίνουν περισσότερες φορές και χρειάζονται πιο πολύ χρόνο για να αναρρώσουν μετά από κάποια ασθένεια.

Η πνευματική απόδοση και η ικανότητα ελέγχου του στρες είναι περισσότερο αυξημένη στους γυμνασμένους, με την προϋπόθεση ότι η γυμναστική δεν αποτελεί το μόνο ενδιαφέρον τους.

Ψυχολογικά, φαίνεται ότι οι γυμνασμένοι νιώθουν κι έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους από ό,τι οι αγύμναστοι, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, καλύτερη εικόνα και διαθέτουν περισσότερη αυτοεκτίμηση και λιγότερες ενοχές.

Κοινωνικά και ψυχολογικά, ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής που, λίγο ως πολύ, όλοι όσοι ασκούνται προσπαθούν να προσεγγίσουν, βελτιώνει την κοινωνικότητα, τονώνει την προσωπικότητα, αυξάνει την μαχητικότητα και κορυφώνει την επιθυμία για δράση και ζωή.

Αποτέλεσμα της καλής οργανικής και φυσικής κατάστασης σε συνδυασμό με την καλύτερη ψυχολογική διάθεση του γυμνασμένου ατόμου, είναι η δημιουργία ευνοϊκότερων προϋποθέσεων για μία καλύτερη σεξουαλική ζωή. Η «φόρμουλα» για καλύτερο σεξ απαιτεί φυσιολογική οργανική κατάσταση, ελκυστική σωματική εμφάνιση και επιθυμία που προκύπτει από την κατάλληλη ψυχολογία.

Συμπέρασμα; Αν γυμνάζεστε συνεχίστε να κάνετε με πάθος αυτό που κάνετε. Αν δεν γυμνάζεστε, κάντε σήμερα κιόλας το πρώτο βήμα, πριν να είναι πολύ αργά.